Ο Σεμπαστιέν είναι μετανάστης δεύτερης γενιάς, γιος Γεωργιανών που έφτασαν στη Γαλλία αναζητώντας καλύτερη μοίρα, αλλά δεν κατάφεραν να προσφέρουν σ' αυτόν παρά μόνο την ικανότητα να αγωνίζεται. Στην προσπάθειά του να βρει μια διέξοδο, αποφασίζει να διεκδικήσει τη θέση ενός νεκρού σε κάποια σκοτεινή δουλειά που φαίνεται επικερδής και, πιθανότατα, παράνομη. Όταν τελικά ανακαλύπτει ότι καλείται να παίξει κυριολεκτικά τη ζωή του κορόνα-γράμματα, οι επιλογές έχουν εξαντληθεί - δεν του απομένει παρά να συνεχίσει, όσο είναι όρθιος.
Η πρωτότυπη πλοκή του 13 (Τσαμέτι, στα γεωργιανά) βασίζεται πολύ στο ότι ο θεατής ανακαλύπτει τα πάντα ταυτόχρονα με τον ήρωα και άρα δύσκολα περιγράφεται χωρίς spoilers. Ο Σεμπαστιέν είναι παρείσακτος στη χώρα που τον μεγάλωσε όσο και σ' αυτή την αδίστακτη παρέα που τον υποδέχεται με το ζόρι. Η ζωή του δεν αξίζει τίποτε, αλλά παρ' όλο που τίποτε εδώ δεν είναι παιχνίδι, η τύχη μπορεί να του αποφέρει πολλά. Η χαμηλότονη εισαγωγή της ταινίας κάνει να φαίνεται εκκωφαντική η κορύφωσή της, και η «βρώμικη» ασπρόμαυρη φωτογραφία δίνει την υφή του εφιάλτη στα αγωνιώδη πρόσωπα που κρύβονται στο ημίφως και στις σκιές. Αν όμως όλα αυτά θυμίζουν κλασικό φιλμ νουάρ, έτσι είναι , αλλά με μια θεμελιώδη διαφορά: το 13 προκύπτει από έναν αφόρητα μοντέρνο κυνικό ρεαλισμό που θα καθιστούσε απαγορευτικό το να γυριστεί -και με αυτό τον τρόπο- πριν από δυο δεκαετίες. Και παρά τις μικρές ατέλειες στο ρυθμό, είναι από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές στη σύγχρονη κινηματογραφική παραγωγή.

